λίβανος


λίβανος
Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας, στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β, Α και ΝΑ με τη Συρία, στα Ν με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Δ από τη Μεσόγειο θάλασσα.Περιλαμβανόμενη μεταξύ της οροσειράς του Aντιλιβάνου και της Mπαχρ-ελ-Mουτεουάσιτ, η Δημοκρατία του Λ., που έχει λάβει την ονομασία της από την ομώνυμη οροσειρά που τη διασχίζει σε όλη της την έκταση, ιδρύθηκε, με τα σημερινά της σύνορα, το 1943, έτος κατά το οποίο ανέκτησε την ανεξαρτησία της από τους Γάλλους, που ήδη από το 1936 είχαν χάσει το δικαίωμα να κυβερνούν τη χώρα. Όμως, οι ρίζες της κρατικής οντότητας του Λ. ανάγονται στην εποχή που οι χριστιανικές κοινότητες της Συρίας, για να γλιτώσουν από την καταπίεση και τις διώξεις εκ μέρους των μουσουλμάνων, κατέφευγαν στα απρόσιτα και δασώδη όρη του βόρειου Λ. και εξαπλώνονταν προοδευτικά κατά μήκος όλης της παράκτιας λωρίδας. Ακριβώς στη σημαντική παρουσία του χριστιανικού στοιχείου επί τόσους αιώνες οφείλεται αυτός ο εδαφικός προσδιορισμός της χώρας. Τα χερσαία σύνορα του Λ. καθορίζονται σχεδόν παντού από φυσικά στοιχεία: το Kεμπίρ στα Β, τον υδροκρίτη του Aντιλιβάνου στα Α, ενώ στον νότο τα σύνορα με το Ισραήλ αρχίζουν εκεί όπου ο Λίβανος και ο Aντιλίβανος σχεδόν ενώνονται. Συνεχίζονται περίπου για 30 χλμ. προς τα Ν και στρέφονται προς τα Δ, όπoυ καταλήγουν στη θάλασσα.Η χώρα διαιρείται σε έξι διοικητικές περιφέρειες (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός της περιφέρειας σύμφωνα με την απογραφή του 1996): Βηρυτός (Beyrouth, Βηρυτός, 407.403 κάτ.), Βόρειος Λίβανος (Liban-Nord, Τρίπολη, 670.609 κάτ.), Νότιος Λίβανος (Liban-Sud, Σιδώνα, 283.056 κάτ.), Όρος Λιβάνου (Mont-Liban, Μπάμπντα, 1.145.458 κάτ.), Μπεκάα (Beqaa, Ζάχλε, 399.890 κάτ.) και Nαμπατιγέ (Nabatiye, Nαμπατιγέ 205.412 κάτ.).Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η αραβική. Τα αγγλικά και τα γαλλικά είναι κυρίως οι γλώσσες του εμπορίου και των επιχειρήσεων, ενώ η αρμενική ομιλείται από την αντίστοιχη αρμενική μειονότητα. Οι Άραβες υπερτερούν κατά πολύ αριθμητικά, αφού αποτελούν το 95% του συνολικού πληθυσμού. Οι Αρμένιοι ανέρχονται γύρω στο 4% ενώ άλλοι, κυρίως Ευρωπαίοι, δεν αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο από το 1% του πληθυσμού.Σύμφωνα με το σύνταγμα της 23ης Μαΐου 1926, που έχει τροποποιήθει επανειλημμένως και πιο πρόσφατα το 1990, ο Λ. είναι προεδρευομένη δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της δημοκρατίας, που εκλέγεται από τη βουλή για μία εξαετία, δεν έχει το δικαίωμα επανεκλογής και πρέπει να ανήκει στο χριστιανικό μαρωνιτικό δόγμα. Η βουλή εκλέγεται για μία τετραετία με άμεση καθολική ψηφοφορία και ασκεί τη νομοθετική εξουσία· ο πρόεδρός της πρέπει να είναι σιίτης μουσουλμάνος και τα 108 μέλη της είναι χριστιανοί και μουσουλμάνοι σε ίση αναλογία (54-54). Ο πρωθυπουργός, που ορίζεται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας, πρέπει να είναι σουνίτης μουσουλμάνος. Το υπουργικό συμβούλιο αποτελείται από 6 χριστιανούς και 5 μουσουλμάνους, που ορίζονται και αυτοί από τον πρόεδρο της δημοκρατίας, με τη σύμφωνη γνώμη της βουλής.Τα κυριότερα κόμματα της χώρας είναι το Kατά’ιμπ (Φαλαγγίτες), το Κόμμα του Θεού (Χεζμπολάχ), το Σοσιαλιστικό, το Σοσιαλιστικό-Εθνικιστικό και το Κομουνιστικό. Πρόεδρος της χώρας είναι από το 1998 ο Εμίλ Λαχούντ και πρωθυπουργός (μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2000) ο Ραφίκ αλ-Χαρίρι.Τα λιβανέζικα δικαστήρια διαχωρίζονται σε πρωτοδικεία, εφετεία και στο ακυρωτικό δικαστήριο. Υπάρχουν και ειδικά δικαστήρια, όπως το δικαστήριο δικαιοσύνης και το συμβούλιο επικρατείας. Το δικαστήριο δικαιοσύνης, που αποτελείται από έναν πρόεδρο και οκτώ δικαστές, αποφαίνεται για ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια του κράτους. Το συμβούλιο επικρατείας κρίνει διοικητικές διαφορές. Παράλληλα με τα αυτά τα δικαστήρια, υπάρχουν τα μουσουλμανικά, χριστιανικά και εβραϊκά θρησκευτικά δικαστήρια, που αποφαίνονται επί προσωπικών διενέξεων, σε θέματα γάμων, διαζυγίων, κληρονομιών κλπ.Το σύνταγμα δεν ορίζει καμία επίσημη θρησκεία του κράτους, θεσπίζει την απόλυτη ελευθερία συνείδησης και εγγυάται στους πολίτες, σε όποιο δόγμα και αν ανήκουν, τον σεβασμό της προσωπικής τους κατάστασης και των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Σε όλη τη Μέση Ανατολή, ο Λ. παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποικιλία θρησκειών και λαών μέσα σε τόσο περιορισμένα γεωγραφικά πλαίσια και είναι επίσης η χώρα όπου η χριστιανική κοινότητα, λόγω της δομής του κράτους που βασίζεται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στον δημόσιο βίο. Το 70% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι και το 30% χριστιανοί. Η ισχυρότερη χριστιανική κοινότητα είναι η μαρωνιτική, που ανήκει στη Δυτ. Καθολική Εκκλησία, οι εκπρόσωποι της οποίας κατοικούν κατά μεγάλο μέρος στο παλιό έδαφος του όρους Λιβάνου, ανατολικά της Βηρυτού. Οι άλλες χριστιανικές κοινότητες είναι η ελληνορθόδοξη, η αρμενορθόδοξη, η ελληνόρρυθμη καθολική (ουνίτες), η αρμενοκαθολική και η προτεσταντική. Οι μουσουλμάνοι ανήκουν κυρίως στο σουνιτικό δόγμα, ιδιαίτερα εκείνοι που κατοικούν στην περιοχή της Tρίπολης. Οι σουνίτες αντιπροσωπεύουν το 21% του πληθυσμού έναντι 40% που είναι οι σιίτες και είναι συγκεντρωμένοι κυρίως στη νότια περιοχή. Οι Δρούζοι αντιστοιχούν περίπου στο 7% του πληθυσμού. Τέλος, στον Λ. υπάρχει και μια μικρή κοινότητα 6.000 Εβραίων. Η συνύπαρξη και η ισορροπία ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις, βασική προϋπόθεση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας, είναι φανερή στη δομή του κοινοβουλίου, όπου αντιπροσωπεύονται όλες οι ομάδες και οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται σύμφωνα με τις διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ανάμεσα στα χριστιανικά δόγματα στον Λ., το σπουδαιότερο είναι των μαρωνιτών, που το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκεται στη βόρεια ζώνη της χώρας. Οι μαρωνίτες εξαρτώνται από τον πατριάρχη Αντιοχείας. Το όνομά τους προέρχεται από τον άγιο Mάρωνα (πέθανε στις αρχές του 5ου αι.), που είχε ιδρύσει αυτόνομο πατριαρχείο. Οι μαρωνίτες αποτελούσαν ξεχωριστό λαό, με περήφανο χαρακτήρα και ανθηρή οικονομία έως το 1860, οπότε δέχτηκαν την επίθεση των Δρούζων που τους σφαγίασαν. Αξιοσημείωτες διαφορές παρουσιάζει η Νεστοριανή Εκκλησία, που ιδρύθηκε από τον Νεστόριο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 5ο αι. Από θεολογική άποψη, οι νεστοριανοί αναγνωρίζουν στον Ιησού δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Στους ναούς τους, μικρούς και χωρίς παράθυρα, δεν υπάρχουν εικόνες, αφού το νεστοριανό τελετουργικό τις αποκλείει. Και οι μουσουλμάνοι όμως διαιρούνται σε πολυάριθμες αιρέσεις ή τελετουργικά. Κατά μήκος των ακτών ζουν οι σουνίτες, οι εκπρόσωποι δηλαδή της μουσουλμανικής ορθοδοξίας. Αντίθετα, οι σιίτες –σχισματική κίνηση– ζουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στη βόρεια Mπεκάα και στην περιοχή της Τύρου. Οι οπαδοί, τέλος, της αίρεσης των Δρούζων ζουν στα βουνά του νότου και στους πρόποδες του όρους Eρμών. Οι δερβίσηδες είναι μια μουσουλμανική κοινότητα ιδιαίτερου τύπου. Πιστεύουν στην έλευση του Mάχντι (= Μεσσίας), που θα λυτρώσει τον κόσμο και θα τιμωρήσει τους άπιστους. Ένα από τα χαρακτηριστικά τους είναι ο χορός, που σκοπό έχει να δώσει ένα αίσθημα γαλήνιας και ειρηνικής χαλάρωσης. Οι κοινότητες των χορευτών δερβίσηδων είναι ημιθρησκευτικές ενώσεις ατόμων που συγκεντρώνονται μετά την εργασία για να μετάσχουν σε δραστηριότητες διαφορετικές από τις υλικές. Κατακτητές και έμποροι, Έλληνες και Φοίνικες, Άραβες και Σταυροφόροι, Γενοβέζοι και Τούρκοι, ερημίτες και Ρωμαίοι ανθύπατοι έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στον Λ., την Πύλη της Ανατολής. Εκεί, το πνεύμα της ερήμου συναντάται με τον μεσογειακό ουμανισμό: όλα είναι αρχαία, όλα έχουν ζωή χιλιετιών και όλα φαίνονται να ξαναγεννιούνται κάθε μέρα. Παράλληλα με αυτά, υπάρχει η πραγματικότητα μιας χώρας που, με τους κατοίκους της να αμύνονται στα βουνά, κατόρθωσε να διατηρήσει ανέπαφα τα ίχνη της πιο αρχαίας Ανατολής. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του συντάγματος, η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν αλλά δεν είναι υποχρεωτική και στη χώρα λειτουργούν πολλά ιδιωτικά σχολεία. Το ποσοστό αναλφαβητισμού στον Λ. ανέρχεται στο 13,6% (1997). Το εκπαιδευτικό σύστημα διαρθρώνεται σε στοιχειώδη, μέση και πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η Βηρυτός διαθέτει τέσσερα πανεπιστήμια με παράδοση και μεγάλη επιρροή. Το Γαλλικό Πανεπιστήμιο του Αγίου Ιωσήφ, που ιδρύθηκε το 1881 και το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1866 είναι παλαιότερα και από το ίδιο το κράτος. Το Λιβανέζικο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε το 1952 και λίγο αργότερα το Αραβικό, ως παράρτημα του Πανεπιστημίου της Αλεξάνδρειας. Ο στρατός διαθέτει υλικό αμερικανικής, βρετανικής και γαλλικής κατασκευής. Παράλληλα με τον στρατό υπάρχει και η χωροφυλακή. Η συνολική δύναμη του στρατού αριθμεί περίπου 70.000 άνδρες (2001). Το πολεμικό ναυτικό είναι αρκετά περιορισμένο και ολιγάριθμο (830 άνδρες το 2001). Η αεροπορία (1.000 άνδρες το 2001) διαθέτει καταδιωκτικά-βομβαρδιστικά αγγλικής και γαλλικής κατασκευής. Στις ένοπλες δυνάμεις περιλαμβάνονται και περίπου 3.000 μαχητές της Χεζμπολάχ (2001).Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας περιλαμβάνει ασφάλιση για ιατρική περίθαλψη, μητρότητα, ατυχήματα και αναπηρία καθώς και ειδικό επίδομα πολυτέκνων. Σε κάθε γιατρό αντιστοιχούν 683 κάτοικοι (1994), ενώ η παιδική θνησιμότητα ανέρχεται στο 0,27% (2002).Από φυσική άποψη, ο Λ. αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου συριακού εδάφους, με το οποίο συνδέεται κατά μεγάλο μέρος από γεωλογικής άποψης. Πάνω σε μια πανάρχαια κρυσταλλοπαγή μάζα, που υπέστη για μακρές περιόδους θαλάσσιες καταβυθίσεις, εναποτέθησαν βαθμιαία ισχυρά μεσοζωικά ιζήματα, κυρίως ψαμμιτικά και ασβεστολιθικά της κρητιδικής περιόδου. Στη συνέχεια, από τις διαταραχές του καινοζωικού αιώνα, που προκάλεσαν το μεγάλο συροαφρικανικό ρήγμα, δημιουργήθηκαν στο λιβανέζικο έδαφος δύο ψηλά αντίκλινα, η οροσειρά του Λιβάνου στα δυτικά και του Aντιλιβάνου στα ανατολικά, ανάμεσα στα οποία παρενεβλήθη μια ευδιάκριτη βαθυπεδική λωρίδα, η Mπεκάα. Τις τεκτονικές διαταραχές συνόδευσαν ηφαιστειακές εκρήξεις, οι οποίες διαπιστώνονται από τις βασαλτικές επεκτάσεις που αναδύθηκαν ειδικότερα στο νότιο τμήμα του Aντιλιβάνου. Προσχώσεις του καινοζωικού αιώνα, τέλος, γέμισαν την κεντρική τάφρο, δημιουργώντας μια ευρεία ζώνη κοιλάδων.Το λιβανέζικο έδαφος βρέχεται από την ανατολική Μεσόγειο, καταλαμβάνοντας εκτεταμένο τμήμα της συριακής ακτής, και εισδύοντας για περίπου 100 χλμ. έως τις δυτικές πλαγιές του όρους Tζέμπελ ες-Σάρκι, γνωστού ως Aντιλιβάνου. Κυριότερο μορφολογικό στοιχείο είναι η οροσειρά του Λιβάνου, μήκους 170 χλμ. (υψηλότερη κορυφή του η Kόρνετ ες-Σαούντα με υψόμετρο 3.083 μ.), που εκτείνεται μεταξύ του κάτω ρου του ποταμού Λιτάνι (ο Λεόντης ή Λιτά των αρχαίων) και εκείνου του Kεμπίρ, και εμφανίζεται σαν ένα επιβλητικό ανάγλυφο, κυρίως στο βόρειο τμήμα, μεταξύ της θάλασσας και της κεντρικής τάφρου. Έχει την όψη ασβεστολιθικού υψιπέδου, γυμνού και ελαφρώς κυματοειδούς. Η πλευρά προς τη θάλασσα χαρακτηρίζεται στο κάτω μέρος από τη μεσογειακή λόχμη. Ακολουθεί έως τα 1.500 μ. μια λοφώδης λωρίδα, πλάτους περίπου 20 χλμ., όπου οι άφθονες βροχοπτώσεις και οι πολυάριθμες πηγές έχουν διαμορφώσει σχετικά ευρείες κοιλάδες. Το εύφορο έδαφος καλλιεργείται με αναβαθμίδες. Στις ανατολικές πλευρές, οι κλιματικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές και οι καλλιέργειες χρειάζονται τη βοήθεια αρδευτικών διωρύγων. Η παράκτια λωρίδα, πλάτους 3 έως 20 χλμ., χωρίζεται από τις εσωτερικές περιοχές της οροσειράς του Λιβάνου· σε αυτό το γεγονός οφείλεται κατά ένα μέρος η ναυτιλιακή παράδοση της χώρας και ο περιορισμός των σχέσεών της με την ενδοχώρα. Η ύπαρξη ακρωτηρίων, νησιών και στενών προσχωσιγενών παρυφών δίνουν στο σύνολο των ακτών ποικίλη όψη. Στα ανατολικά του Λ. ανοίγεται η Mπεκάα, η Κοίλη Συρία των αρχαίων, πλάτους 9 έως 12 χλμ. και μήκους από βορρά προς νότο 120 χλμ. Διασχίζεται στον νότο από τον Λιτάνι, που στρέφεται έπειτα προς την ακτή, περνώντας έναν ορεινό όγκο ύψους έως 1.000 μ. και στον βορρά από τον Nαχρ ελ-Άασι (Oρόντη), που συνεχίζει τον ρου του στο βαθύπεδο της Eλ Γαμπ. Οι δύο λεκάνες χωρίζονται κοντά στην Mπααλμπέκ από έναν μικρό υδροκρίτη, που βρίσκεται στα 1.100 μ. Η Mπεκάα περιορίζεται στα Α από το όρος Tζέμπελ ες-Σάρκι, ενώ στα Ν κλείνεται κατά ένα μέρος από την επιβλητική οροσειρά των Eρμών (Tζέμπελ ες-Σεΐχ), που φτάνει σε ύψος τα 2.814 μ.· πιο ανοιχτή είναι, αντίθετα, προς τον βορρά, όπου ο Aντιλίβανος συνεχίζεται στην Aλαουίτια οροσειρά, στη Συρία. Το κλίμα του Λ. καθορίζεται από τη διεύθυνση του αναγλύφου, που, παράλληλο με την ακτή, σταματά τις αέριες μάζες της Μεσογείου. Η χώρα, όμως, αντιπαραθέτει σε μια εύκρατη παράκτια λωρίδα, με χειμερινές βροχές, ένα ξηρό κλίμα στο εσωτερικό, που στην Mπεκάα προαναγγέλλει τη συριακή έρημο, η οποία ξεκινά λίγο πιο πέρα. Τοπικά, το λιβανέζικο κλίμα ποικίλλει σε σχέση με το υψόμετρο. Οι δυτικές πλαγιές του Λ. είναι πιο βροχερές (μέχρι 2.000 χιλιοστά), με περισσότερες βροχοπτώσεις στον βορρά. Στην Mπεκάα, οι βροχοπτώσεις περιορίζονται σημαντικά, η καλοκαιρινή ξηρασία παρατείνεται, οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και οι όψεις της στέπας επικρατούν στις μεσογειακές περιοχές. Τα δάση καλύπτουν λιγότερο από το ένα δέκατο του λιβανέζικου εδάφους και σε πολλά μέρη φαίνονται αρκετά αποψιλωμένα. Επί αιώνες, τόσο κατά τον Μεσαίωνα όσο και κατά την τουρκική κατοχή, τα δάση παρείχαν ξυλεία για τα πλοία και τις οικοδομές καθώς και για την παραγωγή κάρβουνου. Στην παράκτια λωρίδα αναπτύσσεται αποκλειστικά μεσογειακή βλάστηση. Επειδή οι οροσειρές κρέμονται κυριολεκτικά πάνω από τη θάλασσα, σωστό είναι να γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ της κάτω παραλιακής λωρίδας (έως περίπου τα 1.100 μ.) και της ορεινής λωρίδας. Η ορεινή λωρίδα καλύπτεται από δάση έως τα 1.900 μ. Στον βορρά επικρατούν η οξιά και το έλατο· αντίθετα, στα νότια η φυλλοβόλος δρυς, το πεύκο και ο κέδρος, των οποίων τη θέση τους παίρνουν συχνά οι ξηρόφιλοι θάμνοι, συνενώνονται και σχηματίζουν λόχμες, όπου η αγριελιά συνυπάρχει με το σχίνο, την κουμαριά και το σπάρτο, κάνοντας δύσβατη την περιοχή. Πάνω από τα 2.000 μ. υπάρχει μια υποαλπική και μια αλπική ζώνη με φτωχούς βοσκότοπους και σκόρπια δέντρα. Εκεί όπου το επίπεδο των βροχοπτώσεων είναι κάτω από τα 350-400 χιλιοστά, επικρατούν οι στέπες, που καταλαμβάνουν κυρίως την Mπεκάα. Κοντά στις πλαγιές του Tζέμπελ Mαχμάλ, σε υψόμετρο 1.920 μ. και σε μικρή απόσταση από την Mπσαρέ, υπάρχουν περίπου 400 κέδροι του Λ., ύψους 30 μ., με μεγαλόπρεπους κορμούς, ηλικίας 200 έως 800 χρόνων. Μερικοί μπορούν να φτάσουν και στην ηλικία των 1.500 ετών, γεγονός που τους καθιστά αντικείμενα σεβασμού εκ μέρους των μαρωνιτών, οι οποίοι τους αποκαλούν δέντρα του Θεού και έχουν χτίσει ανάμεσά τους ένα παρεκκλήσι. Πιο σπουδαίες συστάδες του σπάνιου αυτού κωνοφόρου απαντώνται στα νότια της Βηρυτού. Στα δάση επιβιώνουν ακόμα λίγα είδη άγριων ζώων, όπως ο λύκος, το τσακάλι και η γαζέλα.Η υδρογραφία του Λ. τροφοδοτείται κατά ένα μέρος από πολυάριθμες πηγές που βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών και, κατά ένα μέρος, από τις βροχοπτώσεις· η ανύψωση των παράκτιων αναγλύφων, που έγινε σε πρόσφατες γεωλογικές εποχές, δίνει στο δίκτυο μια νεανικότητα, ενώ οι ποταμοί δεν έχουν ακόμα φτάσει την ισορρόπησή τους. Παντού είναι άφθονα τα καρστικά φαινόμενα. Γενικά, διακρίνονται στη χώρα δύο τύποι υδάτινων ρευμάτων, που ονομάζονται ναχρ ή ουιντιάν, ανάλογα με το αν είναι μόνιμα ή εποχιακά. Οι παράκτιοι ποταμοί κατέρχονται παράλληλα μεταξύ τους, έχουν χειμαρρώδη ροή και είναι πολύ απότομοι. Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωρίζουν ο Kεμπίρ, στα σύνορα με τη Συρία, και ο Nαχρ της Βηρυτού. Διαφορετικά χαρακτηριστικά έχουν οι ποταμοί της Mπεκάα, οι οποίοι παρουσιάζουν πολύ πιο εκτεταμένες λεκάνες: ο Nαχρ ελ-Άασι ρέει προς τον βορρά και αποστραγγίζει μια εκτεταμένη περιοχή περίπου 30.000 τ. χλμ., μόνο στο λιβανέζικο τμήμα. Ο Λιτάνι ρέει προς νότο και έχει πιο περιορισμένη υδρογραφική λεκάνη (2.200 τ. χλμ.)· τροφοδοτούνται από τις βροχές ή τις πηγές και πλημμυρίζουν κατά τη χειμερινή περίοδο.Τα προϊστορικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός αυτόχθονου πληθυσμού στον Λ. από την παλαιολιθική εποχή, στον οποίο όμως επιβλήθηκαν από την 3η χιλιετία π.Χ. Σημίτες, Aμορραίοι, Xαναναίοι και αργότερα Aραμαίοι εισβολείς, που είχαν τα ορμητήριά τους στην ακτή και στην εύφορη Mπεκάα. Η αιγυπτιακή επιρροή είχε προηγηθεί της άφιξης σε εκείνες τις περιοχές των λαών της θάλασσας, δηλαδή των Φιλισταίων. Από την 1η χιλιετία π.Χ. οι κάτοικοι των σημερινών εδαφών του Λ. είχαν διαμορφωθεί ως έθνος (Φοινίκη) και είχαν αναπτύξει αξιοσημείωτο πολιτισμό, εμπορικό κυρίως, που είχε κυριότερες εστίες την Tύρο και τη Σιδώνα, λιμάνια με μεγάλη κίνηση και έδρες ναυπηγείων όπου επεξεργάζονταν την ξυλεία των κέδρων του Λ. Η εξέχουσα θέση των εμπορικών δραστηριοτήτων επέδρασε φυσικά στον πληθυσμό της χώρας, όπου η πυκνότητά του ήταν πάντα μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην ενδοχώρα. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζει και διαφοροποιεί ακόμα τον Λ. από την υπόλοιπη συριακή περιοχή. Πράγματι, σήμερα, σε μια επιφάνεια 10.400 τ. χλμ. ζουν 3.677.780 (2002) άνθρωποι.Ο πληθυσμός του Λ. διατήρησε τα χαρακτηριστικά που είχε πριν από τη μουσουλμανική κατάκτηση και έχει τα γνωρίσματα των ευρωποειδών πληθυσμών, ωστόσο οι κάτοικοι έχουν προσαρμοστεί στον τρόπο ζωής που τους υπαγορεύουν οι εμπορικές τους δραστηριότητες. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ του πληθυσμού των πόλεων και εκείνου της υπαίθρου, ενώ, αντίθετα, κοινή γλώσσα όλων είναι η αραβική. Ο πληθυσμός, αφότου ο Λ. ανέκτησε την ανεξαρτησία του, εξακολουθεί να αυξάνει με υψηλό ρυθμό και η πυκνότητά του αγγίζει τους 352 κατ. ανά τ. χλμ., ενώ ο δείκτης των γεννήσεων είναι 20‰. Από αυτό προκύπτει υψηλό ποσοστό ετήσιας αύξησης της τάξης του 1,36% (2002). Η γλωσσική ομοιογένεια του Λ. δεν συνεπάγεται και θρησκευτική ομοιογένεια. Πράγματι, από την άποψη αυτή, η χώρα είναι διαχωρισμένη σε τόσο πολλές κοινότητες, οι οποίες παλαιότερα αποκαλούνταν έθνη, ώστε ακόμα και σήμερα η διαίρεση αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στις εσωτερικές ζυμώσεις των διαφόρων πολιτικών κομμάτων. Η θρησκευτική πολυφωνία εξηγείται λογικά από την ορεινότητα του εδάφους, που είχε αποτέλεσμα να δημιουργηθούν απομονωμένες ομάδες ανθρώπων με σαφείς ιδιαιτερότητες μεταξύ τους. Ανάμεσα στις χριστιανικές κοινότητες, οι μαρωνίτες κατοικούν κατά προτίμηση στον βόρειο Λ., που είναι ορεινός και δασώδης, ενώ αποτελούν μειοψηφία στην Mπεκάα. Οι ορθόδοξοι κατοικούν κυρίως στις πόλεις. Οι Αρμένιοι, που έχουν μεταναστεύσει σε πρόσφατη εποχή, ζουν κυρίως στη Βηρυτό. Μεταξύ των μουσουλμάνων, οι σουνίτες (που αποτελούν περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της Βηρυτού) είναι πολυάριθμοι σε όλη την παράκτια ζώνη και κατά μήκος των μεγάλων οδικών αρτηριών. Οι εμφύλιες πολεμικές συγκρούσεις ανάγκασαν πολλούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετακινηθούν στις περιοχές που έλεγχαν οι ομόθρησκοί τους. Ο Λ., εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι φτωχός σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, αποκλεισμένος από τα βουνά, την έρημο και τη θάλασσα και αντιμέτωπος με το σοβαρό πρόβλημα του υπερπληθυσμού, εξανάγκαζε ανέκαθεν τους κατοίκους του σε μαζικές μεταναστεύσεις. Είναι δύσκολο να δοθούν συγκεκριμένοι αριθμοί, αλλά υπολογίζεται ότι από το 1860 περίπου 1.250.000 άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα. Ειδικότερα, μεταναστεύουν οι μαρωνίτες και επειδή συνήθως παίρνουν την εθνικότητα της χώρας υποδοχής τους, είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια ο αριθμός τους γιατί, στις διάφορες απογραφές που γίνονται στις χώρες όπου μεταναστεύουν, λογίζονται πλέον ως Τούρκοι, Σύριοι και Άραβες. Υπολογίζεται ότι μεταξύ του 1904 και του 1913 οι ΗΠΑ και η Βραζιλία δέχονταν 5.000 Λιβανέζους τον χρόνο. Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, Λιβανέζοι πρόσφυγες κατευθύνθηκαν κυρίως προς τη Λατινική Αμερική και τα τελευταία χρόνια προς τη δυτική Αφρική. Οι τρεις μεγαλύτερες παροικίες Λιβανέζων είναι στις ΗΠΑ (300.000), στη Βραζιλία (400.000) και στην Αργεντινή (200.000)· τέταρτη, αλλά με μεγάλη διαφορά, είναι η Αίγυπτος (35.000) και μετά το Μεξικό (25.000). Αρκετά πολυάριθμες είναι, επίσης, οι παροικίες της Κολομβίας, της Χιλής, του Καναδά και των αφρικανικών χωρών: εκεί οι κυριότερες ομάδες, που έχουν μεταναστεύσει από την εποχή της γαλλικής εντολής στον Λ., έχουν εγκατασταθεί στο Ντακάρ, στην Mπαμάκο και στην Kονακρί. Οι Λιβανέζοι είναι επίσης πολυάριθμοι και στις πόλεις Kουμάσι, Λάγκος και Iμπαντάν. Μικρότερες ομάδες υπάρχουν σχεδόν σε κάθε χώρα, μέχρι την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, χιλιάδες Λιβανέζοι μετανάστευσαν στην Κύπρο, όπου μετέφεραν και τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, ωστόσο πολλοί από αυτούς επέστρεψαν στον Λ. μετά το 1990.Εξαιτίας του ορεινού χαρακτήρα της χώρας, απαντώνται στον Λ. οικισμοί συγκεντρωμένοι σε χωριά και σε μεγάλες αγροτικές κωμοπόλεις. Τα χωριά και οι κωμοπόλεις αυτές βρίσκονται γενικά κοντά στις μεγάλες οδικές αρτηρίες και αποτελούν επίσης διοικητικά κέντρα. H μαζρά‘α, το μεμονωμένο αγρόκτημα, είναι πολύ κοινό σε όλη την Mπεκάα, κυρίως στις αρδευόμενες ζώνες δυτικά της Mπααλμπέκ ή κοντά στους παραποτάμους του Λιτάνι. Κατά μήκος της παράκτιας λωρίδας είναι χτισμένες οι κυριότερες λιβανέζικες πόλεις: στον βορρά, η Βηρυτός (περ. 1.156.000 κατ. το 2002, βλ. λ.), στην αριστερή όχθη του ομώνυμου ποταμού η Tρίπολη (Tαράμπουλους ες-Σαμ, 240.000 κάτ. το 1994), με το παραθαλάσσιο προάστιο Eλ-Mίνα, και στον νότο η Σιδώνα (Σαΐντα, 150.000 κάτ. το 1994) και η Tύρος (Σουρ, 80.000 κάτ. το 1994). Αυτή η δημιουργία των πόλεων στην παράκτια ζώνη αντικατοπτρίζει την αστυφιλία των αρχαίων Φοινίκων, όταν αναπτύχθηκαν ως κέντρα θαλάσσιου εμπορίου η Σιδώνα και η Tύρος. Στο εσωτερικό, η Mπααλμπέκ έλεγχε τότε το εμπόριο με την Αίγυπτο, τη Συρία και την ίδια την παράκτια περιοχή. Σήμερα, δεν είναι παρά μια μικρή πόλη, ενώ νοτιότερα αξιόλογη σπουδαιότητα έχει η Zάχλε, όπου διακλαδώνεται ο δρόμος από τη Βηρυτό για τη Xομς προς τον βορρά και τη Δαμασκό της Συρίας προς τα ανατολικά.Ο Λ., χάρη στην προνομιούχα θέση του, στις πατροπαράδοτες εμπορικές ικανότητες των κατοίκων του, στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημά του, που βασίζεται στην πολιτική της ελεύθερης οικονομίας, αποτελούσε το κυριότερο οικονομικό κέντρο της ανατολικής Μεσογείου και ιδανικό διαμεσολαβητή μεταξύ των εκβιομηχανισμένων χωρών και εκείνων της Εγγύς Ανατολής. Αυτό τουλάχιστον ίσχυε μέχρι το 1975, οπότε ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος. Η λιβανέζικη οικονομία βασίζεται σε έναν ακμάζοντα και υπερτροφικό τριτογενή τομέα, που υποστηρίζεται από την εισροή ξένων κεφαλαίων, τα οποία ωστόσο συνέβαλαν κυρίως στην ανάπτυξη της Βηρυτού και της παράκτιας ζώνης και δεν κατανεμήθηκαν ομοιόμορφα στην υπόλοιπη χώρα. Οι πολεμικές συγκρούσεις, που για πολλά χρόνια ταλαιπώρησαν τον Λ. και εξακολουθούν ακόμα να τον ταλαιπωρούν αλλά σε μικρότερο βαθμό, δημιούργησαν σημαντικά οικονομικά προβλήματα, αφού ο τομέας των υπηρεσιών, που αποτελούσε τη βάση της οικονομίας της χώρας, αποδιοργανώθηκε, με αποτέλεσμα σχεδόν όλες οι ξένες τράπεζες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μετά το 1994 άρχισε μια προσπάθεια για επιστροφή στους παλιούς ρυθμούς, αλλά η αβεβαιότητα που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και σήμερα καθυστερεί την επάνοδο στην παλιά καλή εποχή. Ο τομέας του ορυκτού πλούτου και της βιομηχανίας είναι περιορισμένος (περίπου το 21% του ενεργού πληθυσμού απασχολείται σε αυτόν), όπως και η αγροτική οικονομία που απασχολεί μόνο το 12% του ενεργού πληθυσμού. Το 2001, το AEΠ ανήλθε σε 18.800 εκατ. δολάρια και το κατά κεφαλήν εισόδημα σε 5.200 δολ. Ο πληθωρισμός έχει πέσει στο 0,5% (2001), από το 100% που ήταν το 1990 και η ανεργία βρίσκεται στο 18% (1997). Η ενέργεια προέρχεται από θερμοδυναμικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που λειτουργούν με εισαγόμενο πετρέλαιο. Ο τομέας των υπηρεσιών (τουρισμός, αλλά κυρίως τράπεζες) απασχολεί το 67% του ενεργού πληθυσμού.Οι ποικίλες κλιματικές συνθήκες του Λ. έχουν καθορίσει τη διαμόρφωση των διαφόρων αγροτικών περιοχών: της παράκτιας πεδιάδας, όπου είναι διαδεδομένες οι καλλιέργειες εσπεριδοειδών, μπανανών, οπωροφόρων δέντρων και κηπευτικών· της ορεινής ζώνης που είναι πίσω από αυτή και όπου, ανάλογα με το υψόμετρο, υπάρχουν ελαιώνες, αμπέλια, μηλιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα· μιας τρίτης περιοχής, που αποτελείται από το βαθύπεδο του εσωτερικού, όπου γίνονται εντατικές καλλιέργειες στις αρδευόμενες ζώνες (οπωρώνες, δημητριακά) και από εκτατικές στις στεπικές ζώνες. Τα κυριότερα προϊόντα είναι εσπεριδοειδή, φρούτα, ελιές, σταφύλια, δημητριακά, καπνός και ζαχαρότευτλα. Τα αμπέλια καλλιεργούνται μέχρι το υψόμετρο των 1.500 μ. και τα σταφύλια χρησιμοποιούνται κατά μεγάλο μέρος για την οινοποιία αλλά και για την παραγωγή σταφίδων. Ανάμεσα στις καλλιέργειες των δημητριακών, πρώτο έρχεται το σιτάρι, που ακολουθείται από το κριθάρι, το καλαμπόκι και το σόργο. Τα κυριότερα εξαγώγιμα γεωργικά προϊόντα είναι τα εσπεριδοειδή, οι μπανάνες, τα πεπόνια, τα κεράσια και τα μήλα. Ο δασικός μανδύας, που στο παρελθόν αποτελούσε το καύχημα του Λ., έχει μειωθεί αρκετά, στο 7,7% της επιφάνειας του εδάφους, ενώ ο αριθμός των περίφημων κέδρων έχει περιοριστεί σε λίγες εκατοντάδες.Η κτηνοτροφία είναι μεσογειακού τύπου, ωστόσο είναι αισθητή η απουσία βοσκότοπων. Σε μερικές περιοχές εφαρμόζεται η νομαδικότητα για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Επικρατούν τα αιγοειδή (445.000 κεφάλια το 2001) και τα προβατοειδή (380.000 κεφάλια το 2001), ενώ ο αριθμός των βοοειδών είναι μάλλον μέτριος (74.000 κεφάλια το 2001), μολονότι έγιναν προσπάθειες να αυξηθεί ο αριθμός τους για μεγαλύτερη παραγωγή γάλακτος, ικανή να αντιμετωπίσει τη ζήτηση των πόλεων. Σε αύξηση βρίσκονται τα πουλερικά, που εξασφαλίζουν καλή εξαγωγή αβγών. Η αλιεία αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια και έφτασε τους 1.800 τόνους το 1992, αλλά εξακολουθεί να έχει πολλά περιθώρια ανάπτυξης.Από την αρχαία Φοινίκη έως τη βυζαντινή εποχή. Η πραγματική αυτονομία της λωρίδας γης που περιλαμβάνεται μεταξύ της ανατολικής ακτής της Μεσογείου και της δυτικής πλευράς του Αντιλιβάνου έχει επιτευχθεί κατά τους νεότερους χρόνους. Η ιστορία της ζώνης αυτής, δηλαδή του σημερινού Λ., είναι η ιστορία της συροπαλαιστινιακής περιοχής (κυριαρχία της Αιγύπτου τη 2η χιλιετία π.Χ., σχηματισμός των αραμαϊκών πόλεων-κρατών κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., κατάκτηση από τους Εβραίους την εποχή του Δαβίδ και μετέπειτα είσοδος στη σφαίρα επιρροής της αραμαϊκής δυναστείας της Δαμασκού). Ωστόσο, η περιοχή είναι γνωστή γιατί σε αυτή εμφανίστηκε μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές δυνάμεις, ο σημιτικός λαός των Φοινίκων ή Xαναναίων. Με τη μεταναστευτική πίεση άλλων σημιτικών λαών (Εβραίων και Φιλισταίων στον νότο, Αραμαίων στα ανατολικά και στα βόρεια), οι Φοίνικες, ξεκινώντας κυρίως από την πόλη της Τύρου, ξεχύθηκαν και αποίκισαν μεγάλο μέρος της λεκάνης της Μεσογείου, εκπληρώνοντας τον εμπορικό εκείνο ρόλο που έμελλε να είναι και ο ρόλος των πληθυσμών που κατοίκησαν αργότερα την περιοχή αυτή. Περίπου τον 12ο αι. π.Χ. η Φοινίκη δέχτηκε επιθέσεις από το γειτονικό και ισχυρό βασίλειο των Ασσυρίων και αργότερα των Βαβυλωνίων (7ος-6ος αι. π.Χ.), χωρίς ωστόσο να τεθεί ποτέ απόλυτα υπό την κυριαρχία τους. Με την έναρξη της επεκτατικής πολιτικής των Αχαιμενιδών της Περσίας, η Φοινίκη αποτέλεσε τμήμα, την εποχή του Κύρου Β’ (539 π.Χ.), της πέμπτης σατραπείας της Περσικής αυτοκρατορίας, διανύοντας έτσι μια περίοδο ειρήνης που της επέτρεψε να αποκτήσει και πάλι τον παλιό, σημαντικό εμπορικό της ρόλο. Προσαρτήθηκε στην αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και μετά τον θάνατό του (323 π.Χ.) κατελήφθη από τον Σέλευκο (312 π.Χ.), υπό τη δυναστεία του οποίου απέκτησε ιδιαίτερη σπουδαιότητα το αρχαίο θρησκευτικό κέντρο της Mπααλμπέκ (Ηλιούπολις). Πριν οι Ρωμαίοι καταλάβουν τη Συρία, στο νότιο τμήμα της Φοινίκης είχε ανεξαρτητοποιηθεί το μικρό βασίλειο της Iτουραίας, που το κυβερνούσαν αραβικές δυναστείες και το οποίο επεκτάθηκε εις βάρος των Σελευκιδών. Ο Πομπήιος (64 π.Χ.) τους ζήτησε απλώς να γίνουν κατά κάποιον τρόπο υποτελείς του, αλλά όταν εκείνοι προσπάθησαν να συνάψουν συμμαχία με τους Πάρθους της Περσίας, ο Μάρκος Αντώνιος κατέλυσε το βασίλειό τους και το προσάρτησε στην Αίγυπτο της Κλεοπάτρας, μαζί με άλλες περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης (34 π.Χ.). Όταν ανασυστάθηκε η επαρχία της Συρίας, μετά την ήττα του Μάρκου Αντωνίου από τον Αύγουστο (31 π.Χ.), οι πόλεις του Λ. γνώρισαν νέα περίοδο λαμπρότητας. Ιδιαίτερα η Hλιούπολις υπήρξε ιερή πόλη και κέντρο προώθησης των ανατολικών θρησκειών προς τη Δύση. Με τη διαίρεση της Συρίας, στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., και η αρχαία περιοχή της Φοινίκης διαιρέθηκε σε δύο ζώνες: η πρώτη περιλάμβανε τις παράκτιες πόλεις με πρωτεύουσα την Τύρο, ενώ η δεύτερη επεκτάθηκε προς τα ανατολικά, ώσπου περιέλαβε την Παλμύρα και την Έμεσσα, με πρωτεύουσα τη Δαμασκό. Η βυζαντινή κυριαρχία και η επιβολή της ορθοδοξίας προκάλεσαν θρησκευτικές έριδες στην περιοχή. Στον Λ. γεννήθηκε, τον 7ο αι., η αίρεση των μαρωνιτών. Τη δεκαετία του 630 οι Άραβες, που είχαν καταλάβει την ευρύτερη περιοχή της Συρίας, εισήγαγαν στον Λ. τον ισλαμισμό. Η αραβική κυριαρχία είχε συνέπεια να περιληφθεί ο Λ. στο χαλιφάτο των Ομεϊάδων πρώτα και των Αβασιδών αργότερα, παρά τις πρόωρες απόπειρες για ανεξαρτησία από μέρους μικρών δυναστειών, που είχαν το κέντρο τους τις περισσότερες φορές στο Χαλέπι. Από την οθωμανική κυριαρχία έως τον 19ο αι. Την εποχή των Σταυροφοριών, το νότιο τμήμα του Λ. (Βηρυτός) προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ, ενώ το βόρειο (Τρίπολη) αποτέλεσε ξεχωριστή ζώνη, που δεν άργησε να κατακερματιστεί σε μια σειρά από μικρά και εφήμερα κράτη. Η περιοχή, μαζί με τη Συρία, ενώθηκε από το 1516, υπό την οθωμανική κυριαρχία. Την εποχή των Οθωμανών, διάφορες θρησκευτικές κοινότητες (χριστιανοί μαρωνίτες, Δρούζοι, Αλαουίτες κ.ά.) απολάμβαναν κάποιας αυτονομίας και, μολονότι έγιναν ορισμένες διακρίσεις εις βάρος των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, διατήρησαν ανέκαθεν μια αξιοσημείωτη ανεξιθρησκία. Από το 1711, όταν η εξουσία πέρασε στον οίκο των Σιχάμπ, οι μαρωνίτες αποτέλεσαν το κυρίαρχο θρησκευτικό στοιχείο. Μια κατάσταση, όμως, ενδημικής έντασης στη ζώνη αυτή άρχισε να επικρατεί από το 1858, με συγκρούσεις μεταξύ Δρούζων, μαρωνιτών, μουσουλμάνων και χριστιανών· αλλά και μεταξύ γαιοκτημόνων και χωρικών, η οποία προκάλεσε την επέμβαση των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Η χριστιανική κοινότητα δεν άργησε να παίξει κυριαρχικό οικονομικό ρόλο, υπό την προστασία της Γαλλίας. Πρώτο επακόλουθο των επεμβάσεων αυτών ήταν ο οργανικός διακανονισμός του 1864, βάσει του οποίου αποκόπηκε από τη συροπαλαιστινιακή περιοχή μια λωρίδα, που αντιστοιχούσε σε γενικές γραμμές στον σημερινό Λ., η οποία αποτέλεσε αυτόνομο σαντζάκιο με χριστιανό διοικητή. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η ιστορία του Λ. Η πορεία προς την ανεξαρτησία. Με την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη γαλλική ανάμειξη, που θεσμοθετήθηκε με τις συμφωνίες του Σαν Pέμο (25 Απριλίου 1920) υπό μορφή εντολής, πραγματοποιήθηκε ο τεχνητός διαχωρισμός μεταξύ Συρίας και Μεγάλου Λ. (στον τελευταίο ενσωματώθηκαν μετά και συριακά εδάφη) με ενέργειες του στρατηγού Γκουρό, του πρώτου Γάλλου ύπατου αρμοστή. Ωστόσο, ούτε αυτή η πολιτική διευθέτηση ούτε η γαλλική στρατιωτική παρουσία στη ζώνη εμπόδισαν το ξέσπασμα συγκρούσεων, που εκδηλώθηκαν με την εξέγερση των Δρούζων, η οποία γρήγορα επεκτάθηκε και στη Συρία. Ύστερα από αυτή την πολεμική σύρραξη, η γαλλική κατοχή διαμορφώθηκε κατά διαφορετικό τρόπο: στις 23 Μαΐου 1926, υπό τον ύπατο αρμοστή Ντε Zουβενέλ, καταρτίστηκε σύνταγμα και ιδρύθηκε η δημοκρατία του Λ. Το σύνταγμα αυτό, καθαρά τυπικό και καταρτισμένο με σκοπό να χαλιναγωγήσει τις εθνικιστικές ζυμώσεις, υπέστη τροποποιήσεις που συγκέντρωναν όλο και περισσότερο την εξουσία στα χέρια του προέδρου της δημοκρατίας, υπό τη στενή επίβλεψη του ύπατου αρμοστή. Στις 9 Μαΐου 1932, ο ύπατος αρμοστής Πονσό κατάργησε το σύνταγμα, εγκαθίδρυσε προσωρινό καθεστώς και, δύο χρόνια αργότερα, ο διάδοχός του, Ντε Mαρτέλ, κατάρτισε και έθεσε σε ισχύ νέο σύνταγμα, πιο περιοριστικό από το πρώτο. Το 1936, υπό τις πιέσεις που ασκούσαν τα πολιτικά κόμματα ζητώντας εθνική ανεξαρτησία, ο ύπατος αρμοστής αναγκάστηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις. Έτσι, καταρτίστηκε συμφωνία με την οποία ο Λ. θα αποκτούσε μέσα σε τρία χρόνια πλήρη ανεξαρτησία. Το γαλλικό κοινοβούλιο αρνήθηκε να επικυρώσει τη συμφωνία, επειδή, μεταξύ άλλων, ήταν ορατός ο κίνδυνος να ξεσπάσει νέος πόλεμος και η Γαλλία ήθελε να διατηρήσει τις βάσεις της στην Εγγύς Ανατολή. Μετά την ανακωχή μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, ο τότε ύπατος αρμοστής Πιό προσχώρησε στην κυβέρνηση του Βισί, κίνηση που είχε συνέπεια τη συντονισμένη επέμβαση του αγγλικού στρατού και των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων, με επικεφαλής τον στρατηγό Kατρού, οι οποίες σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέλαβαν την περιοχή. Έπειτα από αυτό, ο Λ. ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος (22 Νοεμβρίου 1943). Στις εκλογές του 1943 επικράτησαν οι εθνικιστές και το ίδιο έτος το κοινοβούλιο κατάργησε τα άρθρα του συντάγματος που αφορούσαν τη γαλλική εντολή. Οι αντιδράσεις από την πλευρά των Γάλλων ήταν άμεσες: κατάργησαν το σύνταγμα και συνέλαβαν τον πρωθυπουργό. Οι λαϊκές εξεγέρσεις και οι αγγλικές πιέσεις είχαν αποτέλεσμα νέες συμφωνίες, κατά τις οποίες η μεταβίβαση των εξουσιών θα γινόταν την 1η Ιανουαρίου 1944. Η Γαλλία προσπάθησε τότε να επιτύχει συμφωνίες που θα προστάτευαν τα συμφέροντά της, αλλά μια απόβαση γαλλικών στρατευμάτων –ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις– απέκλεισε οριστικά τη δυνατότητα αυτή. Για άλλη μία φορά ο πληθυσμός αντέδρασε βίαια, αναγκάζοντας τη γαλλική κυβέρνηση (που την απειλούσαν πλέον και οι Άγγλοι, οι οποίοι απέστειλαν στρατιωτικές μονάδες) να παραχωρήσει τη διοίκηση της περιοχής. Η οριστική εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά και τα αγγλικά στρατεύματα έγινε ύστερα από προσφυγή του Λ. στο συμβούλιο ασφαλείας του OHE (1946). Οι μεταπολεμικές εξελίξεις. Δύο χρόνια αργότερα, ο Λ. έλαβε μέρος στην επέμβαση των αραβικών στρατευμάτων εναντίον της δημιουργίας του κράτους του Ισραήλ (14 Μαΐου 1948). Στη συνέχεια, ενώ στη βάση της χώρας αναπτυσσόταν ένα αίσθημα αλληλεγγύης προς την αραβική υπόθεση, στην κορυφή έπαιρνε όλο και πιο συγκεκριμένη μορφή μια πολιτική συμφιλίωσης με το Ισραήλ, δεδομένης της παρουσίας χριστιανών πολιτικών σε κρατικές θέσεις-κλειδιά. Φυσικό αποτέλεσμα αυτής της εξωτερικής πολιτικής ήταν η προνομιακή αντιμετώπιση του Λ. από τις δυτικές χώρες και ιδιαίτερα τις HΠA. Η εσωτερική αυτή διάσταση έγινε φανερή σε όλη την ευρύτητά της το 1956, μετά την απόφαση του προέδρου Σαμούν να μη διακόψει τις σχέσεις του με τη Γαλλία και την Αγγλία, εξαιτίας της επέμβασής τους στο ζήτημα της διώρυγας του Σουέζ. Η όλο και μεγαλύτερη, ωστόσο, λαϊκή αντίδραση απομόνωσε γρήγορα τον Σαμούν, που, καθώς δεν εισακούστηκε από τον OHE, ζήτησε την αμερικανική επέμβαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου 1958, όταν αυξήθηκε η ένταση στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής, μετά την ιρακινή δημοκρατική επανάσταση, που την προηγούμενη ημέρα είχε ανατρέψει τον βασιλιά Φεϊζάλ Β‘. Ακολούθησε μια πολιτική αναδιάρθρωση, η οποία όμως επιβεβαίωσε τον φιλοδυτικό χαρακτήρα του Λ. στην εξωτερική πολιτική και την ουδέτερη στάση του απέναντι στις άλλες αραβικές χώρες. Τα γεγονότα αυτά καθιέρωσαν τον ιδιαίτερο ρόλο του Λ. στην περιοχή, παρόμοιο με εκείνον της Ελβετίας στην Ευρώπη. Όσο και αν δεν υπέστη άμεσα πλήγματα από τον πόλεμο του 1967, η κατάσταση στον Λ. επιδεινώθηκε γρήγορα, τόσο αναφορικά με την εσωτερική του πολιτική όσο και με τις σχέσεις του με το Ισραήλ. Καταλυτικό ρόλο έπαιξαν οι οργανώσεις της παλαιστινιακής αντίστασης, με ισχυρό λαϊκό έρεισμα στους καταυλισμούς των προσφύγων που είχαν καταφύγει στον Λ. Οι όλο και στενότερες σχέσεις της παλαιστινιακής αντίστασης με τα λιβανέζικα κόμματα της Αριστεράς εξανάγκασαν την κυβέρνηση να στείλει στρατό κατά των Παλαιστινίων, που τους κατηγορούσε ότι υπονόμευαν την ασφάλεια του κράτους (Απρίλιος 1969). Η δράση αυτή, που στρεφόταν και κατά του μετώπου των αριστερών, είχε επίσης σκοπό να καταδείξει την καλή διάθεση της κυβέρνησης προς το Ισραήλ, οι στρατιωτικές επιδρομές του οποίου –που έως τότε περιορίζονταν στον νότιο Λ.– είχαν επεκταθεί τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, με αποτέλεσμα να βομβαρδιστεί ακόμα και το αεροδρόμιο της Βηρυτού. Η άμεση λαϊκή αντίδραση, οργανωμένη από την Αριστερά, προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης, και στην κρίση που επακολούθησε εξελέγη μεσολαβητής ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Προοδευτικού Κόμματος Tζουμπλάτ. Αυτός, με έκτακτο διάταγμα, νομιμοποίησε τα κόμματα της Αριστεράς, που δρούσαν σχεδόν ανέκαθεν στην παρανομία. Η ένταση των ισραηλινών επιδρομών, ύστερα από τη νέα αυτή εξέλιξη, έδωσε την ευκαιρία στα κόμματα της Δεξιάς να ανασυγκροτηθούν, ενώ διατάχθηκε νέα επίθεση του στρατού κατά των Παλαιστινίων (που στο μεταξύ ο αριθμός τους είχε αυξηθεί περίπου στο 10% του πληθυσμού) τον Μάιο του 1973. Το πολιτικό ρήγμα στη χώρα έγινε αγεφύρωτο. Η ένωση του μετώπου των αριστερών και της παλαιστινιακής αντίστασης εμπόδισε να επαναληφθεί ό,τι είχε συμβεί στην Ιορδανία και οι Παλαιστίνιοι πέτυχαν, έπειτα από συμφωνία, την ελευθερία να δρουν τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Ο λεγόμενος πόλεμος του Kιπούρ (Οκτώβριος 1973) τόνωσε στις δυνάμεις της Αριστεράς τα αισθήματα συμμετοχής στην αραβική υπόθεση, στην οποία ο Λ. είχε πάντοτε μείνει τυπικά ξένος, εξαιτίας της πολυθρησκευτικής του σύνθεσης και, κυρίως, του συνταγματικού συστήματος που, βασιζόμενο τυπικά στην αρχή της θρησκευτικής αντιπροσώπευσης κάθε ομάδας, στην πραγματικότητα (αφού ο πρόεδρος έπρεπε να είναι χριστιανός) επέτρεψε στους χριστιανούς ιθύνοντες να διατηρήσουν την πολιτικοοικονομική επιρροή των HΠA στη χώρα. Ο εμφύλιος πόλεμος. Η κατάσταση, που είχε ήδη επιδεινωθεί εξαιρετικά, έγινε εκρηκτική το 1975. Οι μαρωνίτες, με τη φασιστικής χροιάς Φάλαγγα (Kατά’ιμπ), προσπάθησαν να εξοντώσουν άμεσα τόσο τους αριστερούς όσο και τους Παλαιστίνιους. Η σύγκρουση μετατράπηκε σε άγριο εμφύλιο πόλεμο. Η ανακωχή του Νοεμβρίου 1975 ήταν μόνο προσωρινή. Στο μεταξύ, η οικονομία αυτής της Ελβετίας της Μέσης Ανατολής είχε καταρρεύσει. Στα τέλη του 1975, είχαν διαφύγει στο εξωτερικό περισσότεροι από το 10% των κατοίκων. Τον Δεκέμβριο του 1975, οι Ισραηλινοί άρχισαν τις επιθέσεις τους εναντίον θέσεων των Παλαιστινίων στον νότιο Λ. Η κυβέρνηση του Λ. διακήρυξε ότι οι Παλαιστίνιοι βρίσκονταν υπό την προστασία της και έγινε πιο ενεργή η ανάμειξη των συριακών στρατευμάτων στη χώρα. Οι χριστιανοί φαλαγγίτες εμπόδισαν τον ανεφοδιασμό του παλαιστινιακού στρατοπέδου Tαλ-ελ-Zαατάρ και η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η Συρία μετατόπισε την υποστήριξή της από τους προοδευτικούς μουσουλμάνους στους φαλαγγίτες χριστιανούς, οι οποίοι τον Ιούλιο του 1976, με τη βοήθειά της, σημείωσαν σημαντικές νίκες. Η Βηρυτός παρουσίαζε πλέον την όψη μιας νεκρής πόλης, διχασμένης, όπου το βόρειο τμήμα της ελεγχόταν από τους χριστιανούς και το νότιο από τους μουσουλμάνους. Στο μεταξύ, εντείνονταν οι επιθέσεις των χριστιανών κατά των Παλαιστινίων του Tελ-ελ-Zαατάρ, οι οποίοι τελικά το κυρίευσαν. Η αραβική ειρηνευτική δύναμη που εστάλη στη χώρα αποτελείτο από Λίβυους και Σύριους. Η βία ωστόσο δεν έπαψε, και τον Μάρτιο του 1977 δολοφονήθηκε ο αριστερός Λιβανέζος ηγέτης Kεμάλ Tουμπλάτ, που είχε αντιταχθεί σθεναρά στη συριακή επέμβαση στη χώρα του. Σε όλη τη διάρκεια του 1977 κατέρρευσαν σταδιακά όλες οι θέσεις των Παλαιστινίων ενώ, παρά τις αλλεπάλληλες ανακωχές, η αιματοχυσία συνεχίστηκε, επιφέροντας συνολικά περισσότερους από 60.000 νεκρούς μέσα στο 1978, σε μια χώρα που το μέλλον της διαγραφόταν πλέον ζοφερό και αβέβαιο. Η παρουσία των δυνάμεων της Συρίας προκάλεσε την αντίδραση του Ισραήλ, το οποίο εισέβαλε το 1978 στη νότια περιοχή για να σταθεροποιήσει τις θέσεις του. Η κατάσταση εκτονώθηκε με την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων και την αντικατάστασή τους από δυνάμεις του ΟΗΕ, χωρίς ωστόσο να εξαλειφθεί η απειλή νέας εισβολής, εξαιτίας της εντατικοποίησης της δραστηριότητας των Παλαιστινίων στο λιβανέζικο έδαφος. Η απειλή αυτή πραγματοποιήθηκε το 1982 με νέα εισβολή των ισραηλινών στρατευμάτων στο λιβανέζικο έδαφος και με την πολιορκία σημαντικού τμήματος της Βηρυτού, όπου στρατοπέδευαν Παλαιστίνιοι. Η εισβολή αυτή, που είχε τον χαρακτήρα γενοκτονίας, ανάγκασε τους Παλαιστίνιους, παρά τη σθεναρή τους αντίσταση, να αποδεχτούν τελικά ένα αμερικανικής έμπνευσης σχέδιο αποχώρησης από την πόλη και μετάβασής τους σε διάφορες αραβικές χώρες. Το 1980 παραιτήθηκε ο Σαλίμ αλ-Xος, λόγω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων, καθώς και ο Xαφίκ αλ-Bάσαν. Αλλά στην εθνοσυνέλευση, με τη συγκατάθεση και την υποστήριξη του Ισραήλ, εξελέγη πρόεδρος του Λ. ο αρχηγός των φαλαγγιτών χριστιανών Mπασίρ Tζεμαγιέλ. Λίγο αργότερα όμως, δολοφονήθηκε και ανέλαβε πρόεδρος ο αδελφός του, Aμίν Tζεμαγιέλ. Οι συγκρούσεις, ωστόσο, ανάμεσα στους χριστιανούς, στους Δρούζους, στους σιίτες μουσουλμάνους και στους Παλαιστινίους συνεχίστηκαν, ενώ σημειώθηκαν επίσης συμπλοκές μεταξύ των Παλαιστινίων και των σιιτών. Τον Σεπτέμβριο του 1982 η κρίση κορυφώθηκε, με τη σφαγή 1.000 Παλαιστινίων στα στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα στη δυτική Βηρυτό από Φαλαγγίτες, που ωστόσο είχαν τη σιωπηρή υποστήριξη των Ισραηλινών. Ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαφόρων ομάδων, το 1984 ορίστηκε πρωθυπουργός ο φιλοσύριος Pασίντ Kαράμε, ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Αλλά ο εμφύλιος πόλεμος δεν σταμάτησε. Το 1985, φανατικοί μουσουλμάνοι συνέλαβαν ως όμηρους πολλούς ξένους υπηκόους, τους οποίους ζητούσαν να ανταλλάξουν με μέλη τους που είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν σε διάφορες φυλακές ξένων κρατών. Οι συγκρούσεις μεταξύ Παλαιστινίων και σιιτών το 1985 προκάλεσαν νέο κύκλο αίματος, ενώ το 1989 οι συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων οξύνθηκαν. Το πυροβολικό και των δύο πλευρών σφυροκοπούσε αδιάκοπα τις συνοικίες της πόλης, την οποία οι βομβαρδισμοί κατέστρεψαν σχεδόν ολοσχερώς. Εκατοντάδες ήταν τα θύματα. Ο νέος αυτός κύκλος συγκρούσεων και οι εξωτερικές πιέσεις οδήγησαν την κυβέρνηση του Λ. και της Συρίας να υπογράψουν, τον Μάιο του 1991, συμφωνία, που χαρακτηρίστηκε ως «συμφωνία αδελφότητας, συνεργασίας και συντονισμού» και η οποία οδήγησε σταδιακά στον αφοπλισμό των διαφόρων ομάδων. Ο λιβανέζικος στρατός κατέλαβε τις θέσεις όλων των πλευρών. Προβλήματα δημιουργήθηκαν με τη ζώνη ασφαλείας που είχε δημιουργήσει το Ισραήλ στον νότιο Λ. (περίπου το 10% του λιβανέζικου εδάφους). Το Ισραήλ δεν δεχόταν να αποχωρήσει, αν δεν αποχωρούσαν προηγουμένως όλα τα συριακά στρατεύματα από τον Λ. Οι όμηροι, που είχαν συλληφθεί από εξτρεμιστικές οργανώσεις, αφέθηκαν ελεύθεροι και η έναρξη διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση λύσης στο σύνολο των προβλημάτων της Μέσης Ανατολής (διεθνής διάσκεψη) δημιούργησαν θετικό κλίμα και στον Λ., που σιγά-σιγά επέστρεφε στους παλιούς του ειρηνικούς ρυθμούς ζωής. Ο εμφύλιος πόλεμος κόστισε τη ζωή σχεδόν σε 150.000 Λιβανέζους από το 1975 έως το 1991. Μετά τον εμφύλιο. Ο πόλεμος στον Περσικό κόλπο το 1990-91 δεν δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στον Λ. Προβλήματα, όμως, ανέκυψαν το 1992, όταν χριστιανοί (μαρωνίτες) αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά τον 16ετή εμφύλιο πόλεμο, έπειτα από την παραίτηση του Oμάρ Kαράμι, εκλογές κατά τις οποίες νικητής αναδείχθηκε ο Pαφίκ αλ-Xαρίρι. Ο εμφύλιος πόλεμος στον Λ., εκτός από τους νεκρούς, προκάλεσε και τεράστια προβλήματα στην οικονομία της χώρας, που θα χρειαστεί πολλά χρόνια για να ανακάμψει. Η δραστηριότητα της ισλαμικής οργάνωσης Xεζμπολάχ προκάλεσε αρκετές φορές την παρέμβαση των Ισραηλινών, με τη μορφή κυρίως αεροπορικών βομβαρδισμών και αποκλεισμού των λιμανιών της Τύρου και της Σιδώνας στον νότιο Λ. Τέτοιοι βομβαρδισμοί πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 1993 και τον Απρίλιο του 1996, στον νότιο Λ. και στην κοιλάδα Mπεκάα. Οι συνομιλίες μεταξύ Λ. και Ισραήλ για την εξεύρεση λύσης για τον νότιο Λ., τμήμα του οποίου κατείχαν οι Ισραηλινοί, διακόπηκαν το 1994. Η πρόταση για επανάληψή τους το 1996 δεν έγινε αποδεκτή, αφού οι Ισραηλινοί έθεσαν ως όρο για την έναρξη των συνομιλιών την αποχώρηση των 35.000 Σύριων στρατιωτών που βρίσκονταν στον Λ. Στο μεταξύ, οι συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων της Χεζμπολάχ και των Ισραηλινών συνεχίστηκαν, με μεγαλύτερες επιτυχίες από την πλευρά των εξτρεμιστών μουσουλμάνων. Με την άνοδο του Εχούντ Μπάρακ στην πρωθυπουργία του Ισραήλ και υπό τη διαρκή πίεση της Χεζμπολάχ, ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τον νότιο Λ., που ολοκληρώθηκε στις 24 Μαΐου 2000. Ο απολογισμός των 22 ετών κατοχής ήταν περίπου 1.000 νεκροί Ισραηλινοί και γύρω στους 1.300 νεκρούς από την πλευρά της Χεζμπολάχ. Νέα ένταση στις λιβανο-ισραηλινές σχέσεις προκάλεσε η απόφαση της λιβανέζικης κυβέρνησης, τον Μάρτιο του 2001, να εκμεταλλευτεί τα νερά του Χασμπανί, παραπόταμου του Ιορδάνη, για την υδροδότηση χωριών του νοτίου Λ., και δύο μήνες αργότερα η κατάρριψη αεροπλάνου της λιβανέζικης πολιτικής αεροπορίας από το Ισραήλ.Ανάμεσα στους πρώτους διανοούμενους Λιβανέζους που αναδείχθηκαν ήταν ο μαρωνίτης Φάρις ας-Σιντγιάκ (;-1887). Ιδιαίτερα, όμως, διακρίθηκαν δύο οικογένειες, των αλ-Γιαζίτζι και των αλ-Mπουστάνι, που κυριάρχησαν στον πνευματικό κόσμο της χώρας τους για πολλές γενιές. Ο Nασίφ αλ-Γιαζίτζι (1800-1871) ήταν ποιητής και κυρίως φιλόλογος. Οι γιοι του, Xαλίλ (;-1889) και Oυάρντα (;-1924), ήταν ποιητές, ενώ ο πρωτότοκος, Iμπραήμ (;-1906), γνωστότατος δημοσιογράφος, συνέχισε το φιλολογικό έργο του πατέρα του. Γενάρχης της οικογένειας αλ-Mπουστάνι ήταν ο Mπούτρος (1819-1883), συγγραφέας ενός περίφημου αραβικού λεξικού και δημιουργός μιας μεγάλης αραβικής εγκυκλοπαίδειας. Ένας από τους απογόνους του, ο Σουλεϊμάν αλ-Mπουστάνι, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να κάνει γνωστή στους Άραβες την αρχαία ελληνική κλασική ποίηση, μεταφράζοντας την Ιλιάδα, ενώ ο Φουάτ Άφραμ αλ-Mπουστάνι ήταν λόγιος με νεωτεριστικές τάσεις. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί το μεγάλο έργο των Λιβανέζων που είχαν εξοριστεί ή μεταναστεύσει στην Αίγυπτο, οι οποίοι συνέβαλαν ουσιαστικά στη γέννηση του Τύπου και της δημοσιογραφίας. Η εξέχουσα θέση του Λ. διατηρήθηκε έως τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν ιδρύθηκαν στις διάφορες αραβικές χώρες εθνικά ή ξένα πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά ο διαμεσολαβητικός του ρόλος μεταξύ του αραβικού και του δυτικού πολιτισμού. Η σύγχρονη λιβανέζικη λογοτεχνία, πέρα από το γεγονός ότι αναπαράγει τα αραβικά χαρακτηριστικά που είναι κοινά στις άλλες αραβικές χώρες, παρουσιάζει γαλλικά καθώς και αγγλοσαξονικά λογοτεχνικά στοιχεία. Σημαντικότερη, όμως, από όλες τις ξένες επιρροές στη λιβανέζικη λογοτεχνία είναι η γαλλική, η οποία εκφράζεται και πρακτικά, καθώς οι περισσότεροι συγγραφείς είναι δίγλωσσοι. Μέσα από τη χρήση του διπλού γλωσσικού κώδικα, έχει αξιοποιηθεί θετικά η οικουμενική αξία της γαλλικής κουλτούρας, που έχει μεταγραφεί όμως από τους συγγραφείς της χώρας με εικόνες, εκφραστικά σχήματα και λεξιλόγιο τυπικά λιβανέζικα. Πολλοί λόγιοι και ποιητές λιβανέζικης καταγωγής και παιδείας εγκαταστάθηκαν σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, όπου ανέπτυξαν τη δράση τους. Από αυτούς που έγραψαν στον Λ., μπορούμε να αναφέρουμε, στον τομέα της λογοτεχνικής παραγωγής και των ιστορικών και φιλολογικών μελετών, τον ιησουίτη Λουί Σεΐχο (;-1927), τον Mπούτρος αλ-Mπουστάνι, όπως και τον συνώνυμό του λόγιο και φιλόλογο Pαφήλ αλ-Mπουστάνι, τον Γιουσούφ αλ-Φαχουρί, συγγραφέα θεατρικών έργων και ποιητή, και τον Nικούλα Aμπού Xανά, λόγιο και φιλόλογο. Ανάμεσα στους ποιητές ξεχώρισαν ο Mπισάρα αλ-Xούρι, που γνώρισε μεγάλη φήμη, ο Σίμπλι αλ-Mαλάτ, γνωστός ως ποιητή των κέδρων, και ο Mπούλους Σαλάμα. Ο Mιχαήλ Nουάιμα, εκτός από ποιητής, υπήρξε θεατρικός συγγραφέας και κριτικός. Το 1956, το περιοδικό Σι ‘ρ (Ποίηση) εισήγαγε τα νέα ρεύματα και τον πρωτοποριακό συμβολισμό και υπερρεαλισμό με τα έργα των Γιουσούφ Tζασούπ, Σαΐντ Aκλ, Σαλάχ Λαμπάκι και Άντονις. Και στην πεζογραφία, όμως, εμφανίστηκαν νέα θέματα και νέες απαιτήσεις από συγγραφείς όπως οι Tζαμίλ Tζαμπρά και Xαλίμ Mπαρακάτ. Ο πόλεμος έχει σημαδέψει βαθιά τους συγγραφείς της χώρας και τα έργα τους είναι διαποτισμένα από πικρία για το μίσος που τρέφουν μεταξύ τους οι θρησκευτικές και πολιτικές κοινότητες της χώρας του κέδρου, καθώς και από οργή για τον όλεθρο και την καταστροφή που επέφερε ο πόλεμος, ενώ παράλληλα εκφράζουν την ελπίδα ότι θα επιτευχθεί τελικά η εθνική συμφιλίωση, όπως ο Eλί Mαακαρόν (Η γη που καίει) και –παρά τις σκληρές της εμπειρίες– η Mαρσέλ Xαντάτ Aσκάτ (Σημειώσεις ενός εξουθενωτικού πολέμου). Στα έργα των περισσότερων συγγραφέων και ποιητών επαναλαμβάνονται τα θέματα που αναφέρονται στην πολιτική κατάσταση που επικρατεί στον νότιο Λ., όπως διαμορφώθηκε μετά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967 και στη συνέχεια από τον λιβανέζικο εμφύλιο πόλεμο και από την ισραηλινή κατοχή του νοτίου Λ. Πολύ μεγάλη επιτυχία είχε το μυθιστόρημα του Xαλίμ Mπαρακάτ με τον προφητικό τίτλο Έξι ημέρες (1961), σαφής υπαινιγμός στον πόλεμο των Έξι ημερών του 1967, ενώ ακολούθησε ένα άλλο μυθιστόρημα, Η επιστροφή του πουλιού στην θάλασσα (1969), που απέσπασε πολύ καλές κριτικές. Το πιο αξιοσημείωτο γεγονός, όμως, είναι η εμφάνιση γυναικών μυθιστοριογράφων (η πιο γνωστή από αυτές είναι η Λαϊλά Mπααλμπάκι), που εκπροσωπούν το κίνημα των νέων γυναικών κατά της υποταγής που τους επιβάλλουν τα έθιμα στον αραβικό κόσμο. Μετά τη Λαϊλά Mπααλμπάκι, η οποία έγραψε σε νεότατη ηλικία ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα της γυναικείας λογοτεχνίας (Είμαι ζωντανή, 1961), και άλλες γυναίκες συγγραφείς καθιερώθηκαν στη λιβανέζικη λογοτεχνία, όπως η Έμιλι Nασραλά, συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων και παιδικών βιβλίων, και η Xάναν Σεΐκ, το γνωστότερο έργο της οποίας είναι το μυθιστόρημα Hikayat Zahra (1980), που αναφέρεται στη σιϊτική κοινότητα του νοτίου Λ. Εξαιτίας του μακρόχρονου πολέμου, πολλοί Λιβανέζοι διανοούμενοι εγκατέλειψαν τη χώρα και εγκαταστάθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ και, κυρίως, στη Γαλλία.Αρχαιότητα και προχριστιανικοί χρόνοι. Από καλλιτεχνική άποψη, ο Λ. δεν παρουσιάζει σαφώς τοπικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί απλώς μέρος, με ορισμένα ιδιαίτερα στοιχεία βεβαίως, του συριακού πολιτισμού, που συνδεόταν κατά την 3η-2η χιλιετία π.Χ. με τους σημιτικούς λαούς των Aμορραίων και των Xαναναίων, από τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. με τους νεοφερμένους Aραμαίους και αργότερα με τις ελληνικές, ρωμαϊκές και αραβικές ρίζες. Δεν είναι δυνατόν, κατά συνέπεια, να χαραχθεί μια οργανική εξέλιξη της λιβανέζικης τέχνης, για τις εκάστοτε εποχές κατά τις οποίες συμμετείχε στη συριακή, ελληνιστική, βυζαντινή και μουσουλμανική τέχνη. Μόνο κατά την περίοδο των ελεύθερων φοινικικών πόλεων (από την 1η χιλιετία π.Χ. της Τύρου και από τον 6ο αι. π.Χ. της Σιδώνας) εμφανίστηκε στις πόλεις της συριακής ακτής μια καλλιτεχνική παραγωγή κάπως διαφοροποιημένη στο σύνολό της από την παραγωγή της ενδοχώρας, που παρατάθηκε με νέες ανατολικές επιδράσεις έως τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η πόλη που περιλαμβάνει όλη τη φοινικική ιστορία είναι η Βύβλος (η σημερινή Tζμπαΐλ), της οποίας η αιγυπτιάζουσα φυσιογνωμία οφείλεται στις στενές σχέσεις της με τη φαραωνική τέχνη. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι πέντε κολοσσοί (ο ένας βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Βηρυτού) που υψώνονταν στην είσοδο του αρχαίου ναού της Bύβλου και οι τάφοι των βασιλιάδων της Bύβλου (2η χιλιετία π.Χ.), εμπνευσμένοι από τους υπόγειους τάφους των Θηβών της Αιγύπτου. Η αποδοχή των αιγυπτιακών προτύπων και, αργότερα, ανάλογα με τις διάφορες σχέσεις που συνάπτονταν, των μεσοποταμιακών, συριακών και μικρασιατικών προτύπων, είχε αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η εκλεκτική και ωστόσο όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα τέχνη που είναι γνωστή ως φοινικική. Η τέχνη αυτή εκδηλώθηκε στην ουσία ως βιοτεχνία, δηλαδή με τη μορφή της κατεργασίας του ελεφαντόδοντου, των μετάλλων, του γυαλιού και των υφασμάτων. Τα λεγόμενα κυπριακά κύπελλα, με αναπαραστάσεις ζώων και σκηνών κυνηγιού (που προέρχονταν κατά μεγάλο μέρος από τους Φοίνικες) και οι πλάκες από ελεφαντόδοντο, που βρέθηκαν κυρίως στην Παλαιστίνη και στην Ασσυρία, μαρτυρούν μια επιτυχημένη σύνθεση διαφόρων μοτίβων, ασσυρο-αιγυπτιακών και αιγαιο-μυκηναϊκών, με αναμφισβήτητη διακοσμητική αίσθηση. Ανάμεσα στα υφάσματα, περίφημα ήταν η πορφύρα της Τύρου και τα υφάσματα με σχέδια της Σιδώνας. Αλλά η μεγαλύτερη πρωτοτυπία παρατηρείται στα περίφημα υαλικά: είτε στα μικρά αγγεία της 2ης χιλιετίας π.Χ., σε σκούρο γυαλί με ανοιχτές κυματοειδείς γραμμές σε μπλε φόντο, είτε σε εκείνα της Σιδώνας (1η χιλιετία π.Χ.) σε γυαλί διαμορφωμένο με φυσητήρα. Κατά την άφιξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου (333 π.Χ.) η αξία της ελληνικής τέχνης είχε πια ευρύτατα εδραιωθεί, όπως μαρτυρούν τα ειδώλια τύπου Τανάγρας και οι μαρμάρινες σαρκοφάγοι που βρέθηκαν στη Σαΐντ (Σιδώνα), έργα χωρίς αμφιβολία Ελλήνων γλυπτών. Σημαντικότερα, όμως, από τα λείψανα της ελληνιστικής τέχνης που έχουν διασωθεί είναι τα ρωμαϊκά. Ο βαθμός επίδρασης του κλασικού πολιτισμού εμφανίζεται πληρέστερα στο μεγάλο αρχαιολογικό συγκρότημα της Mπααλμπέκ, της αρχαίας Ηλιουπόλεως, που άρχισε να κατασκευάζεται τον 1ο αι. μ.Χ., χωρίς όμως να ολοκληρωθεί ποτέ. Ο μεγάλος ναός του Δία (Xαντάτ) θυμίζει στη διάταξή του τον τύπο των φοινικικών ναών, αλλά η διακόσμηση και όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι κλασικά. Εξίσου ενδιαφέροντες είναι οι δύο ναοί, που ονομάζονται συμβατικά του Βάκχου και της Αφροδίτης, καθώς και ο μικρός στρογγυλός ναός, του οποίου η βάση και τα διαζώματα παρουσιάζουν μια ζωγραφική καλαισθησία που θυμίζει ροκοκό. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά λείψανα της ρωμαϊκής περιόδου αξίζει να αναφερθούν τα οικοδομήματα της Bύβλου και ιδιαίτερα το θέατρο, που έχει σήμερα κατά ένα μέρος αποκατασταθεί, με τα μεγαλόπρεπα ψηφιδωτά του (Μουσείο Βηρυτού). Βυζαντινή και ισλαμική περίοδος. Η βυζαντινή και η πρώιμη μουσουλμανική περίοδος δεν άφησαν μεγάλα μνημεία στο λιβανέζικο έδαφος. Αρκετά πλούσια είναι, αντίθετα, τα μνημεία των Σταυροφόρων στο περιβάλλον του χριστιανικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Πολυάριθμα στην ακτή είναι τα υπολείμματα των στρατιωτικών αρχιτεκτονημάτων: τειχών, πύργων, πυλών πόλεων και φρουρίων, που χτίστηκαν στα στρατηγικά σημεία της περιοχής, ανάμεσα στα οποία το κάστρο του Αγίου Λουδοβίκου στη Σαΐντ, ωραίο δείγμα γαλλικού στιλ του 13ου αι., το Kαλ‘ατ Σιντζίλ (12ος αι.), κάστρο χτισμένο από τον Pαϊμόν ντε Σεν-Zιλ στην Τρίπολη, εκείνο του Μποφόρ στα περίχωρα της Σαΐντ κλπ. Παράλληλα με τα στρατιωτικά οικοδομήματα, χτίστηκαν κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και πολλά θρησκευτικά: πολλοί ναοί ανεγέρθηκαν στις κυριότερες λιβανέζικες πόλεις, που αργότερα όμως μετατράπηκαν σε τζαμιά. Το Μεγάλο Τζαμί της Βηρυτού, για παράδειγμα, και εκείνα της Σαΐντ και της Τρίπολης έχουν χριστιανική προέλευση, ενώ η μουσουλμανική στιλιστική συνεισφορά δεν απέχει πολύ από τα αιγυπτιακά πρότυπα της εποχής των Μαμελούκων καθώς και από τα οθωμανικά πρότυπα. Στις αρχές του 17ου αι., οι πολιτικές και πολιτιστικές επαφές της χώρας με τη Δύση έγιναν στενότερες και συνεπώς αναπτύχθηκε μια αρχιτεκτονική στην οποία η ευρωπαϊκή καλαισθησία αναμείχθηκε με τη μουσουλμανική. Στις αρχές του 19ου αι. ανεγέρθηκε το πιο επιβλητικό και το καλύτερα διατηρημένο από τα μουσουλμανικά μνημεία, το κάστρο Mπάιτ αντ-Nτιν, σε απομίμηση του αρχαίου στιλ, με το πλήθος των τρούλων, των πύργων, των αψίδων και των στοών του. Ο 20ός αι. Κατά τους νεότερους χρόνους, η δυτική επίδραση είναι αρκετά αισθητή στη Βηρυτό, όπου μεγάλα κτίρια από γυαλί και μπετόν, όπως οι μνημειακές έδρες των οργανώσεων FAO και ΟΥΝΕΣΚΟ, που χτίστηκαν μετά τον πόλεμο, αντικατέστησαν σιγά-σιγά τα παλαιότερα, ακολουθώντας ένα ορθολογικό ρυθμιστικό σχέδιο. Μεγάλη δραστηριότητα αναπτύσσει η λιβανέζικη Ακαδημία Καλών Τεχνών, στην οποία οφείλεται, από την εισαγωγή (1937) ξένου διδακτικού σώματος, η αποφασιστική και τονωτική συμβολή φιλελευθεροποίησης και προώθησης της καλλιτεχνικής ζωής της χώρας προς σύγχρονες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις και από την οποία αναδείχθηκαν ζωγράφοι όπως ο Zορζ Γκουβ, η Eλέν ελ-Kαλ και η Oντίλ Mαζλούμ, των οποίων τα τοπία αποτελούν σύνθεση της πιο αντικειμενικής πραγματικότητας, αναδημιουργημένης από την ευαισθησία του καλλιτέχνη. Ανάμεσα στους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της χώρας είναι ο Πολ Γκιραγκοσιάν, ο οποίος άντλησε από τις σπουδές του στη Φλωρεντία της τέχνης του 14ου και του 15ου αι. τη στεγνή και συγκρατημένη αυστηρότητα των ιερατικών μορφών του και στις συνθέσεις του οποίου το χρώμα θυμίζει το βίαιο και καθαρό φως της ερήμου. Άλλοι αξιόλογοι Λιβανέζοι καλλιτέχνες υπήρξαν ο Eλί Kαναάν, με τους κλασικού μέτρου χρωματικούς ρυθμούς του, οι Σισί T. Σούρσοκ, Άρεφ Pάγες, Oυγκέτ ελ-Kούρι Kαλάντ, Iβέτ Άσκαρ Xαμπαρτζουμιάν και Nάντια Σαϊκάλι· η τελευταία ασχολήθηκε με έρευνες της κινητικής τέχνης. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η παρουσία της τέχνης των ναΐφ στη χώρα, σπουδαιότερος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε ο Xαλίλ Zγκέιμπ, καθώς και τα γεμάτα δροσιά, αυθορμητισμό και καθαρότητα τοπία της Tζουμάνα ελ-Xουσεΐνι Mπαγιαζίτ.Η περιοχή του Λ. ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τον ελληνισμό, ενώ από την ανεξαρτησία της χώρας και ύστερα υπήρχαν εγκατεστημένες αρκετές οικογένειες Ελλήνων ομογενών, που δραστηριοποιούνταν κυρίως στο εμπόριο. Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, σήμερα ζουν στον Λ. περίπου 1.500 Έλληνες. Φωτογραφία της οροσειράς του Λιβάνου, από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Φεβρουάριο του 1994 (φωτ. ΝΑSA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Λιβάνου (Al Jumhuriyah al Lubnaniyah) Έκταση: 10.400 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.677.780 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βηρυτός (1.156.000 κάτ. το 2002) Οι κέδροι του Λιβάνου είναι το αιώνιο σύμβολο της χώρας, ήδη από την εποχή των Φοινίκων (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Πανοραμική άποψη της Βηρυτού, πρωτεύουσας του Λιβάνου (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Η συνολική δύναμη του στρατού του Λιβάνου υπολογίζεται περίπου στους 70.000 άνδρες (φωτ. ΑΠΕ). Το σπήλαιο της Ζεϊτά, που ανακαλύφθηκε το 1836 από Άγγλους, Γάλλους και Αμερικανούς σπηλαιολόγους (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Ορεινό τοπίο με κέδρους του Λιβάνου, που αναπαρίστανται και στην εθνική σημαία. Γραφικό χωριό του Λιβάνου, που χαρακτηρίζεται από τα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια και τις πελεκητές πέτρες (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Άποψη τμήματος της πόλης της Βηρυτού· οι δρόμοι της είναι πλημμυρισμένοι από παιδιά που ζούσαν στην κατεχόμενη ζώνη του νοτίου Λιβάνου και επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την πρωτεύουσα (φωτ. ΑΠΕ). Ο τουρισμός είναι ένας από τους σημαντικότερους πόρους του Λιβάνου (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Χαρτονόμισμα των 100.000 λιβανέζικων λιρών, που εκδόθηκε το 1999. Αλυκές κοντά στην Τρίπολη. Η αγροτική οικονομία απασχολεί το 12% του ενεργού πληθυσμού (φωτ. ΑΠΕ). Ερείπια της αρχαίας Τύρου, πόλης των Φοινίκων (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Η περιοχή των ανασκαφών της Βύβλου, της αρχαίας φοινικικής πόλης που ιδρύθηκε την 3η χιλιετία π.Χ. Ο ναός των οβελίσκων στην αρχαία φοινικική πόλη της Βύβλου. Το κάστρο της Σιδώνας, ένα από πιο σημαντικά μνημεία της εποχής των Σταυροφόρων στον Λίβανο (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Η απόβαση των Αμερικανών πεζοναυτών στο Χάλντε του Λιβάνου (1958), η οποία έγινε έπειτα από αίτηση της λιβανέζικης κυβέρνησης. Εικόνα της λιβανέζικης πρωτεύουσας κατά τις μάχες του 1975 μεταξύ μουσουλμανικών και χριστιανικών μαρωνιτικών ομάδων. Στιγμιότυπο από την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τις περιοχές της ζώνης ασφαλείας του νοτίου Λιβάνου μετά από 22 χρόνια κατοχής (φωτ. ΑΠΕ). Ιστορική φωτογραφία του 1982 από τη σφαγή 1.000 Παλαιστινίων, από Λιβανέζους Φαλαγγίτες, στα στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα στη δυτική Βηρυτό (φωτ. ΑΠΕ). Ο Εμίλ Λαχούντ εξελέγη πρόεδρος του Λιβάνου το 1998 (φωτ. ΑΠΕ). Ο Ραφίκ αλ-Χαρίρι εξελέγη πρωθυπουργός του Λιβάνου το 2000 (φωτ. ΑΠΕ). Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη-Μάρκου στη Βύβλο, την οποία έχτισαν οι Σταυροφόροι τον 13ο αι. (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Υποβλητική εικόνα της κιονοστοιχίας του ναού του Βάκχου, στην Μπααλμπέκ του Λιβάνου. Η ακρόπολη της Μπααλμπέκ, μιας αρχαίας πόλης με φοινικικές ρίζες που γνώρισε μεγάλη ακμή με την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οπότε μετονομάστηκε Ηλιούπολις (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Έκθεμα από το λαογραφικό μουσείο κέρινων ομοιωμάτων που αναπαριστά την παραδοσιακή ζωή (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Ερείπια της αρχαίας πόλης Άνζαρ, στην πεδιάδα Μπεκάα, γύρω από το τέμενος της Μπααλμπέκ (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Μερική άποψη του παλατιού Μπέιτ ελ-Ντιν, εξαίρετο δείγμα αρχιτεκτονικής του 19ου αι., σε κοντινή απόσταση από το Ντάιρ αλ-Κάμαρ (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Η εσωτερική αυλή του φρουρίου Μπέιτ ελ-Ντιν, που χτίστηκε στις αρχές του 19ου αι., ως απομίμηση των αρχαίων προτύπων, με πολυάριθμους θόλους, πύργους, στοές και τόξα. Η ρωμαϊκή αψίδα της αρχαίας Τύρου. Άποψη των ερειπίων της Μπααλμπέκ, που ιδρύθηκε από τους Φοίνικες και υπήρξε αρχαίο κέντρο λατρείας του θεού Βάαλ. Το περιστύλιο της παλαίστρας της Τύρου, μιας από τις αρχαιότερες πόλεις του Λιβάνου. Το μοναστήρι του Αγίου Κουζχάγια στην ιερή χαράδρα της Καντίσα, η οποία από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αποτέλεσε καταφύγιο των ασκητών και των πατριαρχών (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Δρούζοι ιερείς· η μουσουλμανική αυτή μειονότητα αγωνίστηκε τον 19ο αι. κατά των μαρωνιτών, της μεγαλύτερης χριστιανικής κοινότητας του Λιβάνου. Λειτουργία μαρωνιτών χριστιανών σε εκκλησία της πόλης Νταμούρ· οι μαρωνίτες αποτελούν τη μεγαλύτερη χριστιανική κοινότητα του Λιβάνου (φωτ. ΑΠΕ). Από τα προϊόντα του Λιβάνου ιδιαίτερη σημασία έχουν, μεταξύ άλλων, τα υφάσματα, οι χειροτεχνίες, τα μπρούντζινα και τα πήλινα αντικείμενα (φωτ. Πρεσβεία Λιβάνου). Άποψη των κτιρίων και του γηπέδου που περιβάλλει το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού.
* * *
ο (AM λίβανος)
το δένδρο βοσβελλία, από το οποίο παράγεται το λιβάνι («φλοιὸς λιβάνου», Διοσκ.)
μσν.-αρχ.
(ως αρσ. και ως θηλ.) ο λιβανωτός, το λιβάνι («ῥεῑ δὲ γάλακτι πέδον, ῥεῑ δ' οἴνῳ, ῥεῑ δὲ μελισσᾱν νέκταρι, Συρίας δ' ὣς λιβάνου καπνός», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. είναι σημιτ. δάνειο. Ο εβρ. τ. labona ή labōna ανάγεται σε ρίζα lbn «είναι άσπρος», λόγω τού λευκού χρώματος αυτής τής ρητίνης. Το φοινικ. lbnt δείχνει πως το ελλ. λιβανωτός δεν είναι απλώς παράγωγο τού λίβανος, αλλά έχει φοινικ. προέλευση. Παραμένει, εξάλλου, αμφίβολο αν η ονομ. τού όρους Λίβανος έχει επηρεάσει τον φωνηεντισμό τής ελλ. λ.
ΠΑΡ. λιβανάς λιβανίζω, λιβανωτός
αρχ.
λιβανίδιον, λιβάνινος, Λιβανίτις, λιβανούμαι, λιβανώδης
μσν.- νεοελλ.
λιβάνι
νεοελλ.
λιβανιά.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λιβανοθήκη, λιβανοπώλης, λιβανοφόρος
αρχ.
λιβανοειδής, λιβανοκαΐα, λιβανομάννα, λιβανόχρους
μσν.- νεοελλ.
λιβανομάντης
νεοελλ.
λιβανομαντεία. (Β' συνθετικό) αρχ. ευλίβανος, στεφαλίβανος, χαλκολίβανος, χαμαιλίβανος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λίβανος — frankincense tree masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβανος — ο το λιβάνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιβάνοιο — λίβανος frankincense tree masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβάνοις — λίβανος frankincense tree masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβάνου — λίβανος frankincense tree masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβάνους — λίβανος frankincense tree masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβάνων — λίβανος frankincense tree masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβάνῳ — λίβανος frankincense tree masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβανοι — λίβανος frankincense tree masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβανον — λίβανος frankincense tree masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.